Οίκοι Ανοχής

Έπεσα σε οίκο ανοχής, είπα μέσα μου
« Ον τρόπον επιποθεί η έλαφος
επί τας πηγάς των υδάτων,
ούτως επιποθεί η ψυχή μου προς Σε ο Θεός…
Και οφθήσομαι τω προσώπω του Θεού…»
(Ψαλμ. 41: 2-3).
Εργαζόμουνα με τους δικούς μου στο σπίτι, φτειάνοντας πουλόβερ, ζακέτες, τέτοια πράγματα, για να συντηρηθούμε απ’ τα εργόχειρα αυτά. Γι’ αυτό ο παπάς του αγίου Παύλου της οδού Ψαρρών, επειδή εγώ ως παπάς δεν είχα τυχερά, μου λέει «δεν έρχεσαι των Θεοφανείων ν’ αγιάσεις την οδό Ψαρρών, την οδόν Μαιζώνος, την οδό τάδε, τάδε, –μου ’βαλε τρεις-τέσσαρους δρόμους– και με κατάφερε και επήγα. Πήγα και αγίαζα λοιπόν, ανέβαινα τις πολυκατοικίες, χτυπούσα τις πόρτες των διαμερισμάτων, μου ανοίγαν και έμπαινα μέσα: « Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε».
Λοιπόν, όπως γύριζα, εκεί, στην οδόν Μαιζώνος βλέπω μία σιδερένια πόρτα, είχε και αυλή, που ήτανε φυτεμένες μανταρινιές και πορτοκαλιές, εσπεριδοειδή, και είχε μια σκάλα εξωτερική. Ένα σπίτι καλό, όπως φαινότανε, κι ανέβαινε πάνω. Είχε και υπόγειο ’πο κάτω, είχε και πάνω. Εγώ ανέβηκα πάνω, κτυπάω την πόρτα, έρχεται μία κυρία και μου ανοίγει.
Εγώ, κατά τη συνήθειά μου, αμέσως τρύπωσα μέσα: Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε… Πωπ, πέφτει μπροστά αυτή. Μου λέει: «Σταμάτα!». Λοιπόν, εν τω μεταξύ με ακούσανε δεξιά και αριστερά, στον διάδρομο και βγαίνανε κοπέλες από μέσα, από τα δωμάτια, και κατάλαβα, έπεσα σε οίκο ανοχής, είπα μέσα μου. Λοιπόν, αυτή μπροστά, λέει, «Να φύγεις! Δεν κάνει», μου λέει, «να φιλήσουνε τον σταυρό αυτές. Να φιλήσω εγώ τον Σταυρό και να φύγεις, παπά μου, σε παρακαλώ», μου λέει. Λοιπόν, εγώ, που να φύγω; Πήρα κι εγώ άλλο ύφος. Της λέω, άκουσε σε παρακαλώ, δεν μπορώ να φύγω εγώ. Εγώ είμαι παπάς, ήρθα εδώ ν’ αγιάσω. «Ναι, αλλά δεν κάνει να φιλήσουν». Μα δεν το ξέρομε αυτό, λέω, αν κάνει να φιλήσουνε αυτές η εσύ. Εγώ, λέω, αν με ρωτούσε ο Θεός και μου έλεγε «ποιος κάνει να φιλήσει, οι κοπέλες για η κυρία;», μπορεί να ’λεγα ότι οι κοπέλες κάνει να φιλήσουν, αλλά τούτη εδώ δεν κάνει να φιλήσει τον Σταυρό. Λοιπόν, σαν να κοκκίνισε λίγο. Λέω, άσε τα κορίτσια να φιλήσουνε. Τους έκανε νεύμα και ήρθανε. Λοιπόν, ήρθαν να φιλήσουν τον Σταυρό, εγώ έψαλλα «εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου….», το έψαλλα έτσι λίγο πιο μελωδικά έτσι, γιατί αισθάνθηκα μια χαρά, που έτσι ο Θεός οικονόμησε να πάω εκεί πέρα, στα κορίτσια.
« Ο Θεός σας αγαπάει όλες! » τους είπα
Λοιπόν, φιλήσαν όλες. Τους είπα: Παιδιά μου – είχανε βάλει εκεί πέρα κάτι φούστες χρωματιστές, είχανε κι αυτές με τη γιορτή εξωραΐσει το σπίτι τους – Παιδιά μου, χρόνια πολλά! Ο Θεός σας αγαπάει όλες! (εδώ συγκινήθηκε πολύ ο Γέροντας). Μας αγαπάει όλους. Όλοι τον έχομε Πατέρα και για όλους μας ενδιαφέρεται ο Θεός, μόνο να φροντίζομε να τον γνωρίσομε, να τον αγαπήσομε. Είναι πολύ καλός! Μας αγαπάει όλους. Και για όλους βρέχει και για όλους βγαίνει ο ήλιος και όλους μας αγαπάει κι εμένανε με αξίωσε ν’ ανέβω εδώ να σας αγιάσω και χάρηκα πολύ. Χρόνια πολλά! τους λέω δυνατά, Χρόνια πολλά! Κι έφυγα. Ύστερα κατέβηκα κάτω και πήγα σ’ άλλα σπίτια.
Πολλά γεγονότα με Οίκους Ανοχής
Ε, τέτοια έχω να σας πω πάρα πολλά, τέτοια γεγονότα, διότι εκεί η εκκλησία μου ήταν μέσα στους οίκους ανοχής. Στην οδό Σωκράτους, στην οδό Αθηνάς, όλοι οι δρόμοι γύρω, όλοι, όλοι, όλοι εκεί ήσαν οίκοι ανοχής κι εγώ εκεί μέσα ζούσα. Στην εκκλησία μου ερχόντουσαν, όταν γινόντουσαν, ας πούμε, βομβαρδισμοί από τα ιταλικά αεροπλάνα, ερχόντουσαν διάφορες, ας πούμε, γυναίκες ελευθερίων ηθών. Και ερχόντουσαν και κλαίγανε, προσκυνούσανε, κάνανε μετάνοιες.
Αυτές κυρίως είναι γυναίκες έτσι πολύ λεπτές, ευαίσθητες, δειλές, άλλες όμως είναι πολύ σκληρές και άγριες και κακεντρεχείς, αλλά οι περισσότερες απ’ αυτές είναι αισθηματικές γυναίκες. Κι ερχόντουσαν εκεί πέρα και εξομολογιόντουσαν και επροσκυνούσαν, φοβόντουσαν να μη πέσουν βόμβες και τις σκοτώσουνε, ενώ αισθανόντουσαν πολλές ότι είναι αμαρτωλές.
Και έτσι είχα πολύ ανακατευθεί μ’ αυτό το στοιχείο, πάρα πολύ.
Τα ελευθερίων ηθών κορίτσια περιποιόντουσαν μια, που ήτανε ξαπλωμένη εκεί
Και τέτοια, όπως σας είπα, έχω να σας διηγηθώ πάρα πολλά γεγονότα, πάρα πολλά. Εγώ, όταν με ζητούσανε, ας πούμε, δεν επήγαινα, παρά μόνον όταν ήταν ανάγκη. Αλλά όταν πήγαινα δεν το καταλάβαινα ότι επήγαινα. Όπως επί παραδείγματι ήρθε ένα μεσημέρι μία γεροντοκόρη, περιποιημένη, με άσπρη ποδιά, φαινότανε ότι είναι υπηρεσία. Μου λέει, «Πάτερ, να πάρεις το πετραχήλι και να ’ρθεις γρήγορα, διότι είναι ανάγκη μεγάλη. Έχομε μία κοπέλα που πεθαίνει και πρέπει να έρθεις να της διαβάσεις αγιασμό, να της διαβάσεις ευχές». Και εγώ πήρα το πετραχήλι, το ’βαλα κατά την συνήθεια από μέσα από το ράσο, διότι συνήθως έκανα αγιασμούς εκεί κοντά.
Δεν πήγαινα σε άλλους δρόμους, γιατί απαγορευόταν. Αυτό ήτανε στην οδό Σωκράτους, εκεί πέρα που πουλάνε τώρα τα πουλιά. Λοιπόν, βαδίζαμε. Της λέω, που θα πάμε τώρα; «Να», μου λέει, «εκεί πέρα, εκείνη η πόρτα». Μόλις είδα, κατάλαβα ότι είναι οίκος ανοχής.
Απέξω, δεξιά και αριστερά από την πόρτα, ήτανε λούστροι με τα κασελάκια τους εκείνη την εποχή. Λοιπόν, εγώ τότε έβγαλα το πετραχήλι, από κάτω, που το είχα κρύψει και το βαστούσα στο χέρι. Πήγαμε εκεί, οι λούστροι με κοιτάζανε. Ανεβαίνει μπροστά αυτή, πίσω εγώ, με το πετραχήλι στο χέρι, πήγαμε πάνω, είχανε μαζευτεί σ’ ένα δωμάτιο τα κορίτσια εκεί, τα ελευθερίων ηθών κορίτσια, και περιποιόντουσαν μια, που ήτανε ξαπλωμένη εκεί πέρα άρρωστη. Ε, και τους λέω, τι θέλετε, παιδιά μου; Μου λένε, «Παπούλη μου, πάθαμε ένα δυστύχημα σήμερα». Λέω, τι θέλετε; Πως έγινε το δυστύχημα; «Κοίταξε, εμείς εδώ η δουλειά μας είναι, κατάλαβες…, που μπήκες εδώ μέσα. Λοιπόν, εδώ την αδελφή μας, ερχόταν ένας Έλληνας κάθε τόσο και την έβλεπε, την αγαπούσε. Λοιπόν, σήμερα είχε έρθει αυτός ο Έλληνας και επερίμενε για να τον δεχθεί. Εν τω μεταξύ ήρθε και ένας Ιταλός, που ήθελε να μπει μέσα. Ο Έλληνας λέει, «όχι εγώ έχω σειρά», οπότε σπρώχνει την πόρτα και μπαίνει μέσα. Έσπρωξε όμως και ο Ιταλός κι έβγαλε το ξίφος του να καρφώσει τον Έλληνα. Η κοπέλα, που είδε αυτό το πράγμα, να σκοτώνονται αυτοί οι άνθρωποι εκεί πέρα, λιποθύμησε κι έπεσε κάτω.
Είπα, τον εσκότωσε; «Βγήκαν έξω διαπληκτισμένοι αυτοί με γροθιές, τι κάνανε, δεν ξέρομε, αλλά έφυγαν, έφυγαν. Είδαν την κοπέλα, που έπεσε κάτω, κι έφυγαν». Τι λέτε, ρε παιδιά; τους λέω, ακούστε με τώρα. Για φέρτε μου σ’ ένα πιάτο νερό. Και φέραν νερό, βάλανε καρβουνάκια, είχα εγώ λιβάνι στην τσέπη, έβαλα. Τους λέω, γονατίστε όλες. Γονάτισαν. Κι εγώ, επειδή ξέρω και τις ευχές απέξω, έκανα αγιασμό, την εράντισα, της διάβασα και ευχή και έφυγα.
Ε, τους είπα, παιδιά μου, εχάρηκα που ήρθα εδώ, περισσότερο όμως που ήρθε ο Σταυρός. Χάρηκα που έκανα αγιασμό. Και εύχομαι ο Θεός να σας φωτίσει. Εσείς με γνωρίζετε, γιατί όλο απ’ τον Άγιο Γεράσιμο (περνάτε). Εγώ δεν σας γνωρίζω, αλλά εγώ αγαπάω πάρα πολύ τον Χριστό. Πολύ τον αγαπάω. Και τώρα, που ήρθα εδώ πέρα και σας βλέπω που έχετε τόσο καλές ψυχές, λέω μέσα μου, ο Θεός να δώσει, ο Χριστός, να τον αγαπήσετε και σεις, όχι σαν κι εμένανε, μα πιο πολύ! Γιατί εσείς έχετε πιο καλές ψυχές και μπορείτε ν’ αγαπήσετε τον Χριστό πιο πολύ από μένανε. Και σας εύχομαι περαστικά και, άντε, καλημέρα!
Και οι καημένες με βγάλαν μέχρι την πόρτα εκεί. Και ευχαριστημένες, μου φιλήσαν το χέρι όλες κι εγώ έφυγα. Να κι άλλο ένα γεγονός.
Εγώ ήμουνα παραβάτης
Κοίταξε να δεις, το πράγμα, πως έχει. Εκείνη την εποχή εγώ ήμουνα παραβάτης σ’ όλα αυτά που έκανα. Διότι, αν παίρνανε έναν παπά, ας πούμε, και τον πηγαίνανε εκεί, θα τους έλεγε: «Βρε, τι κάντε; Θα σας διαβάσω την ευχή εδώ πέρα; Εσείς είστε αμαρτωλές!». Θα σηκωνόταν να ’φευγε μόλις έβλεπε [την κατάσταση]. Εγώ όμως δεν έφυγα ο καημένος, μια και οι γυναικες το ζητούσανε. Εγώ επήγα εκεί να κάνω μια ευχή, να τις φωτίσει ο Θεός να τον γνωρίσουν. Αμαρτία ήτανε;
– Όχι.
– Ε, σου λέω, ότι άλλος παπάς δεν θα πήγαινε. Μόλις έβλεπε ότι ήταν οίκος ανοχής θα κατέβαινε αμέσως κάτω. Ε, σου λέει, «τι; Να πας να ευλογήσεις αμαρτωλές, κι αυτές ν’ αμαρτάνουν;». Πως το βλέπεις εσύ;
– Όπως το λέτε, Γέροντα. Ευαισθητοποιηθήκανε με την αγάπη που τους δείξατε.
– Αλλά και τι ήταν όμως και αυτό, που ήταν δεξιά και αριστερά όλο κασελάκια, λούστροι και με είδανε που μπήκα μέσα! Κοιτάζανε όλοι, αλλά είδανε που μπήκε μέσα η κοπέλα με αυτή την ποδιά, ότι ήτανε αυτή υπηρέτρια εκεί μέσα, στα κορίτσια αυτά των ελευθερίων ηθών.
– Στο σπίτι αυτό.
– Ναι, ήτανε υπηρέτρια αυτή, τους περιποιότανε εκεί πέρα. Είδανε που μπήκε αυτή μέσα, είδανε και μένα με το πετραχήλι, ε, δεν θα παρεξήγησαν οι άνθρωποι, κατάλαβες; Αλλά θέλω να πω ότι δεν θα πήγαινε εκεί πέρα που είπε η άλλη «εγώ να φιλήσω τον Σταυρό…». Θα ’φευγε.
Το έργο της δεν το είχε για αισχρό, ρε παιδιά
Ήταν μια πολύ όμορφη κοπέλα και ψάρευε πελάτες γύρω απ’ την Ομόνοια, στην οδό Σωκράτους. Και μου λέει, «Γέροντα, έχω άρρωστη τη μητέρα μου και ζητάει εσένανε. Σε παρακαλώ, θα έρθω να σε πάρω να πάμε να τη μεταλάβεις». Που είναι η μητέρα σου; «Στον Ευαγγελισμό». Έχει παπά εκεί πέρα και μη με απασχολείς, γιατί έχω πολλή δουλειά εγώ. «Όχι, θα μου κάνεις τη χάρη, γιατί ζητάει εσένανε».
Εν τω μεταξύ, εγώ έφευγα και ερχότανε και αυτή δίπλα μου. Και πιο πάνω, που ήτανε ένα φαρμακείο, δεν θυμάμαι πως λεγότανε, από έξω απ’ το φαρμακείο ήτανε καμιά δεκαπενταριά λούστροι με τα κασελάκια τους. Γνωστός ήμουνα, γιατί από μπροστά τους περνούσα κάθε μέρα. Δύο φορές την ημέρα. Λοιπόν, και πηγαίναμε πάνω. Περάσαμε από τους λούστρους και τραβήξαμε, περάσαμε από την οδό Αθηνάς, της λέω – δεν θυμάμαι πως τη λέγανε – ας πούμε Μαρία. Εγώ, λέω, βιάζομαι τώρα. «Θα έρθω να σε πάρω», μου λέει. Αφού με ζητάει, τι να κάνουμε τώρα; σκέφτηκα. Έλα, της λέω, να με πάρεις.
Τα λουστράκια, όμως, όταν περνούσαμε, κοιτάζανε κει πέρα. Εγώ, ας πούμε, δεν της είπα: «Μωρέ Μαρία, κάνε πέρα. Να μας βλέπουν μαζί, θα μας παρεξηγήσουνε…». Αλλά έλα που κι αυτή το έργο της δεν το είχε για αισχρό, ρε παιδιά. Τ’ ακούς τι σου λέω; Δεν το είχε για αισχρό.
Μια μέρα ήμουν εκεί στο στασίδι. Και πήγε στο σκαλί εκεί μπροστά στην Ωραία Πύλη. Είχε δύο σκαλιά. Πήγαινε στο κάτω σκαλί, γονάτιζε και άνοιγε τα χέρια, προσευχότανε. Προσευχήθηκε λοιπόν και μετά πήγε να φύγει. Εγώ ήμουνα στα βορεινά στασίδια. Δεν θυμάμαι πως τη λέγανε, ας την πω Μαρία. Της λέω, Μαρία, σε βλέπω βιαστική. Που πας; «Στη δουλειά μου πάω». Μια μέρα που πάλε την εφώναξα, της λέω, τι δουλειά, μωρέ; Πάλε μου είπε «έχω δουλειά». Δουλειά είναι αυτή; «Δουλειά είναι», μου λέει, «και μεγάλη δουλειά είναι. Διότι ξέρεις τι κακά μπορούσε να γίνουν από τους άντρες που έχουνε έτσι ανάγκη από μια συντροφιά, από μια γυναίκα; Και μένα το έργο μου είναι να παρηγορώ αυτούς τους ανθρώπους. Είναι θείον έργο. Εσύ το παραξηγείς, αλλά εγώ που ξέρω και βλέπω ότι αυτοί θα πηγαίνανε να ξεσχίζουνε μια κόρη, μία παρθένα, μία ξέρω κι εγώ…, να, βρισκόμαστε εμείς και αντιμετωπίζομε πολύ φοβερά και σκληρά πράγματα στο έργο μας».
Δεν είναι εύκολο έργο, δεν είναι καλό, είναι σκληρό έργο. Τ’ ακούς; Και έτσι το έβλεπε.
– Βρίσκει ο άνθρωπος μια δικαιολογία γι’ αυτό που κάνει.
– Ναι, αλλά θέλω να πω, μου έχουνε διηγηθεί πολλά εκεί πέρα. Αυτή με αγαπούσε. Την αγαπούσε και μια καλόγρια που ’χα εκεί. Δεν το θυμάμαι, μωρέ, πως τη λέγανε. Καλή κοπέλα, έμορφη. Κατάλαβες; Και ερχόταν, προσκυνούσε και όταν έμπαινε μέσα στην εκκλησία, δεξιά-αριστερά ήσανε φτωχοί. Δυό-τρεις απ’ τη μια πλευρά, δυό-τρεις απ’ την άλλη. Λοιπόν, τσαφ, τσαφ, τσαφ… τους έδινε κατοστάρικα.
Όταν τη βλέπανε, πω… άνοιγε η καρδιά τους! Πετούσε λεφτά, έβγαζε και μοίραζε λεφτά αξεσυλλόγιστα. Όμως κατάλαβες; Μπορεί σε ένανε να έδινε, ας πούμε, διακόσιες δραχμές και σε άλλονε να έδινε εκατόν πενήντα και σε άλλονε πενήντα. Ξέρω κι εγώ; Δεν τα κοίταζε. Είχε χαρτιά και τα μοίραζε.
Πήγαινα εγώ και τους έβλεπα που λέγανε «τι σου ’δωσε, ρε;». Λέει «διακόσια». « Ε», λέει, «ξεσυλλόγιστη είναι. Δεν έχει μυαλό». Αλλά θέλω να πω πως την είχανε έτσι κατηχήσει. Και όμως η καλόγρια την αγαπούσε.
– Ναι, ε, θα είχε κάποια καλοσύνη στην καρδιά της, Γέροντα, όπως αυτές οι πόρνες που λέει το Ευαγγέλιο ότι «προάγουσιν ημάς εις την βασιλείαν».
– Ναι. Άντε τώρα, ας μην τα κουβεντιάζουμε. Τι έχω δει ο μαύρος!
[Φουκαδάκης – σ 175-181]
[Θα σας πω – σ 342-352]
