Έλεγχος βοηθούμενου ξαδέλφου

Ήταν εδώ το δωμάτιό μου. Εδώ ήταν ένα άλλο δωμάτιο. Ένα παιδί είχα πάρει, που το σπούδαζα εγώ θεολόγο. Διότι εγώ εξομολογούσα, δεν έπαιρνα λεφτά. Αλλά ήτανε χωριάτισσες και, όταν εξομολογιόντουσαν, πετούσαν μια δεκάρα, η πέντε δεκάρες η μία δραχμή, αν ήταν καμιά πλούσια. «Δεν πειράζει, έλεγα, δεν κάνει». «Όχι, όχι, για να πιάσει η ευχή σου». Το λέγανε: «Άμα δεν ρίξεις, δεν πιάνει η ευχή». Ήταν η ιδιοτροπία τους. Κι εγώ τα ’δινα στο παιδί και σπούδαζε, το καημένο. Να εκεί πέρα που πήγαμε, πιο πέρα είναι.

Το  παιδί  αυτό  ήταν  ξάδελφός  του,  σε  άλλη  δε  διήγησή  του  ο Γέροντας θυμήθηκε και τα εξής περιστατικά:

π.Π.:  Ήταν  ξάδελφός  μου.  Ο  πατέρας  του  ήταν  αδελφός  του πατέρα  μου.  Και  όταν  εγώ  έγινα  πνευματικός  και  ερχόντουσαν κόσμος, αν καμιά φορά μου δίνανε καμιά πεντάρα, εγώ την έδινα σ’ αυτό το παιδί και αυτό σπούδαζε Θεολογία.  Ονομαζότανε Θεόδωρος Μπαϊρακτάρης και το καλοκαίρι ερχότανε μαζί μου και μέναμε μαζί. Έψαλλε, είχε πολύ ωραία φωνή και τον είχαν διορίσει ψάλτη εδώ στην Αθήνα, βοηθούσα και εγώ οικονομικώς και έπαιρνε και μισθό ψάλτου και σπούδαζε.

Μια  φορά,  είχε  πάει  στη  βιβλιοθήκη,  στην  παλιά  βιβλιοθήκη κατά τις 11.00 η ώρα, και «βλέπω» ότι έκλεψε ένα βιβλίο. Και την ίδια ώρα κατέβηκα κάτω και τον παίρνω στο τηλέφωνο, του λέω: «Θόδωρε, το βιβλίο αύριο να το πας σιγά-σιγά και να το αφήσεις». Του άρεσε το βιβλίο και δεν είχε λεφτά να το αγοράσει απ’ έξω, το  έκλεψε.  Εγώ,  πα!  Πα!  Πως  μ’  αγαπούσε  από  εκεί  και  πέρα! Φοβότανε ότι τα «βλέπω» όλα.

Λοιπόν, αυτό. Ερχότανε το καλοκαίρι και μέναμε μαζί. Περισσότερο, λοιπόν, με αγαπούσε.

[Βίος και Πολιτεία (νέο) σελ 138]